Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Το Μουσειο Σκοποί

Σκοποί

Το όραμα του Μάνου Φαλτάϊτς

Από το Χρονικό του Μουσείου, γραμμένο από τον Μάνο Φαλτάϊτς

Ο προορισμός των Μουσείων για μένα

«Από την αρχή που ιδρύθηκε το Μουσείο απόβλεπα στο να μη παραμένει απλά ένας χώρος διάσωσης και προβολής της παραδοσιακής μας κληρονομιάς, αλλά ένας χώρος που θα αποτελούσε ένα πανελλήνιο κέντρο αναγέννησης και ανάπτυξης του πολιτισμού, σύμφωνα με τις δικές μου αισθητικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις.

Με βάση αυτή τη σκέψη εγκαινίασα ένα μεγαλεπίβολο στην κυριολεξία πολιτιστικό πρόγραμμα με φορέα υλοποίησης το Μουσείο.

Μέσα σε τούτα τα πλαίσια πραγματοποιούσα τα καλοκαίρια κάθε χρονιάς, πραγματικά πρωτοποριακές επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία και την εξέλιξη της πολιτιστικής ζωής της Ελλάδας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Περίφημα υπήρξαν τα Πολιτιστικά Συμπόσια που οργάνωσα το 1976 και το 1978, που ερχόταν να τα παρακολουθήσουν δεκάδες νέοι επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων από όλες τις περιοχές της Ελλάδας.

Στα Συμπόσια αυτά που ήταν στην πραγματικότητα Σεμινάρια, δίδασκα τις επιστημονικές μου μεθόδους και παρουσίαζα τις ανακαλύψεις μου σε τομείς της εθνολογίας, ιστορίας, αρχαιολογίας, γλωσσολογίας, θρησκειολογίας, μυθολογίας, κοινωνιολογίας και τέχνης, που άσκησαν κολοσσιαία επίδραση, καθώς οι απόψεις μου, μεταφέρονταν από τους δεκάδες των μαθητών μου στους χώρους που δρούσαν».

Η ιδιαιτερότητα του Μουσείου

«Το Μουσείο αντιπροσωπεύει την κατοικία μιας οικογένειας με ξεχωριστά προσόντα, αρχές, ιδανικά, ενδιαφέροντα, που χαρακτηρίζουν τα μέλη της.

Αυτή η υπόσταση που έχει τούτο το Μουσείο, οφείλεται κατά μέγα μέρος στο γεγονός ότι το σπουδαιότερο μέρος των εκθεμάτων του, αριθμητικά και ποιοτικά, ανήκαν στα μέλη της οικογένειας και συνδεόταν επίσης άμεσα ή έμμεσα με την προσωπική δράση, τα βίο και την ιστορία συγκεκριμένων μελών της που κρατούσε μια πνευματική και συλλεκτική παράδοση αιώνων.

Επίσης στο γεγονός ότι ορισμένα από τα μέλη της οικογένειας αυτής είχαν παίξει σημαντικότατο ρόλο στην ιστορία της Σκύρου τις παλαιότερες εποχές και της Ελληνικής ιστορίας από την περίοδο της Φιλικής Εταιρείας, της Επανάστασης του 1821 και σε όλη την διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα, όπως ο Δημογέροντας Φάλνταης, οι Φιλικοί αδερφοί Ιωάννης και Γεώργιος Τζάνοι, ο Πρίγκιπας Ζώρζης Γριμάλδι, ο Δημήτριος Φάλταγης, η Άννα Μαρτσέλο-Γριμάλδη-Φαλτάϊτς, η Μαρία Δημητρίου Φαλτάϊτς, ο Κωνσταντίνος και ο Μάνος Φαλτάϊτς, η Αναστασία Φαλτάϊτς.

Σε ευθεία γραμμή μέλη της οικογένειας των Φαλταγηδών, όλοι αυτοί, ενώ παράλληλα ένας σημαντικός αριθμός προσώπων με επώνυμη ιστορία και δράση, όπως οι ναυμάχοι του 1821 αδερφοί Δημήτριος και Μιχαήλ Ανέστη, η Αγγελική Χατζημιχάλη, ο πρωτεργάτης της επανάστασης στην Εύβοια το 1821, Μακάριος Βαρλαάμ- Φάλταγης, και άλλοι ακόμα».

Οι αιώνες και οι εποχές συγχέονται μεταξύ τους

«Σχηματίζουν μία ενότητα που δηλώνει το ιστορικό παρελθόν γενικά. Όχι μόνο της Σκύρου αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης. Επικρατεί η διάχυση που βοηθάει στην έξαρση του ονείρου και της αίσθησης.

Ο επισκέπτης νοιώθει να διαπερνά δυνατά την ψυχή του ένα φορτισμένο με δόξα, ομορφιά και ποιότητα παρελθόν, στο οποίο θα ήθελε να ανήκει κι αυτός, και τον ωθεί να αγαπήσει με αυτή τη διάσταση το παρελθόν και την ιστορία.

Συμπερασματικά, μπορεί να λεχθεί ότι το Μουσείο προσφέρει στο κοινό μια δυνατή εικόνα του Ελληνικού ιστορικού, κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού παρελθόντος, όπως το είχε ζήσει και επηρεάσει ή διαμορφώσει εν μέρει μια συγκεκριμένη Ελληνική οικογένεια. Έτσι, το Μουσείο είναι ένας φορέας παιδείας, συναισθηματικής φόρτισης, αλλά και μιας βαθύτερης και ποιοτικότερης τέρψης».

Το κλίμα της λειτουργίας του Μουσείου

«Τη θρυλική πλέον διάσταση της φήμης που έχει ξαπλωθεί όχι μοναχά πανελλήνια αλλά και παγκόσμια, οφείλει το Μουσείο αυτό όχι μόνο στην οργάνωση και στη σύνθεση των μουσειακών συλλογών του, αλλά και στον τρόπο λειτουργίας του.

Το Μουσείο είναι χαρακτηριστικά «ζωντανό». Δεν έχει καμιά απολύτως σχέση η λειτουργία του με αυτή που έχουν τα άλλα μουσεία.

Ο επισκέπτης νοιώθει από την πρώτη στιγμή που μπαίνει στους χώρους του, πως εδώ πλανιέται μια άλλη, τελείως διαφορετική ατμόσφαιρα από όλες που έχει γνωρίσει. Οι περισσότεροι μάλιστα το δηλώνουν αυθόρμητα.

Και αυτό συμβαίνει γιατί το Μουσείο αυτό, δεν είναι απλά ένας χώρος έκθεσης παλαιών αντικείμενων, αλλά εδώ στην κυριολεξία πλανιόνται και δρούνε οι Μούσες.

Και σε τούτο το γεγονός οφείλεται η τεράστια επίδραση που ασκεί απ' την ίδρυσή του ως σήμερα, σε σημείο ώστε να έχει επηρεάσει αποφασιστικά στη δημιουργία κλίματος της πολιτιστικής αναγέννησης που στηρίζεται στην παράδοση κατά τις τελευταίες δεκαετίες».

Οι Μουσειολογικές Αντιλήψεις μου

«Η έλλειψη συμπαράστασης που έδειξε για το Μουσείο αυτό το Υπουργείο Πολιτισμού, που θεωρείται από τους χιλιάδες επισκέπτες του το ωραιότερο ιστορικο-λαογραφικό Μουσείο που έχουν γνωρίσει, είχε σαν αποτέλεσμα να βασανίζεται ασφυκτικά από τα οικονομικά του προβλήματα. Είχε όμως παράλληλα και ένα εξαιρετικά σημαντικό θετικό αποτέλεσμα.

Η ανυπαρξία χρηματοδότησης από το Υπουργείο Πολιτισμού, το Δήμο Σκύρου, η οποιοδήποτε άλλο κρατικό φορέα, μου επέτρεπε να κινούμαι ελεύθερα και να υλοποιώ τις πρωτοποριακές αντιλήψεις μου, σύμφωνα με τις εμπνεύσεις και τις συνθήκες που υπήρχαν εκάστοτε.

Λόγω αυτής της ελευθερίας κινήσεων, το Μουσείο δεν υπήρξε ποτέ στατικό και στεγνό, όπως συμβαίνει με τα πιο πολλά άλλα Μουσεία, που δεν προσελκύουν τους επισκέπτες τους, ανεξάρτητα από τους καλλιτεχνικούς και ιστορικούς θησαυρούς που είναι συγκεντρωμένοι στους χώρους τους.

Ο μεγάλος αριθμός εκθεμάτων παρουσιάζονταν επομένως σα να αντιπροσώπευε μια σοβαρή απειλή για την ορθολογιστική και αισθητική έκθεσή τους.

Τελικά το πρόβλημα λύθηκε με τον καλλίτερο και εντυπωσιακότερο τρόπο, με την παράκαμψη των καθιερωμένων και αυστηρά τυποποιημένων τρόπων έκθεσης που επικρατεί στα περισσότερα άλλα Μουσεία.

Προσωπικά αυτό που με ένοιαζε ήταν να δημιουργήσω «Μουσείο», ναό δηλαδή των Μουσών και όχι απλά μια έκθεση συλλογών.

Το Μουσείο, επομένως, πήρε άλλη διάσταση και απόκτησε αυτή την ιδιαίτερη χάρη που συγκινεί βαθύτατα τους πολυάριθμους επισκέπτες του. Λειτουργεί σα να είναι το σπίτι μιας πολυπληθούς αλλά παράλληλα ιστορικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής οικογένειας. Ένα σχήμα που επιδρά θετικά και καλλιεργεί την τάση για μίμηση σε πολλούς επισκέπτες».

Τι είναι το Μουσείο για μένα

«Το κοινό του Μουσείου δεν είναι απλά Σκυριανοί μονάχα και Έλληνες, αλλά επισκέπτες από όλες τις χώρες και τα σημεία του κόσμου, που καταφθάνουν, ιδίως σαν τουρίστες, κάθε καλοκαίρι στη Σκύρο και το επισκέπτονται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους.

Γιατί είναι εδώ και χρόνια παγκόσμια γνωστό και ονομαστό, σαν ένα από τα ωραιότερα και πλουσιότερα τοπικά Μουσεία στο είδος του.

Το αρχοντικό των Φαλταγηδών είναι σήμερα σημαντικότατο μορφωτικό, πνευματικό και ιστορικό κέντρο, που εξυπηρετεί τις πνευματικές αναγκαιότητες των ανθρώπων γενικότερα, καθώς φιλότεχνοι, μελετητές και μεγάλο κοινό νοιώθουν έντονο ενθουσιασμό και συνειδητοποιούν ότι ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια για επίδειξη αλλά βασική πνευματική και ψυχική ανάγκη του ανθρώπου.

Το Μουσείο, καθώς ανοίγει αυτόματα τη γνώση στο παρελθόν ωθεί τον καθένα να νοιώθει την επιθυμία να είναι συνέχεια αυτής της πανέμορφης και δοξασμένης πορείας, σαν ένας σκυταλοφόρος, που οφείλει να δημιουργήσει κι αυτός τον δικό του πολιτισμό και να τον μεταδώσει στις επόμενες γενεές που προσμένουν να πάρουν τη σκυτάλη στα χέρια τους.

Το Μουσείο είναι στην πραγματικότητα ένα σύμβολο και μια κιβωτός της οικογενειακής παράδοσης των Φαλταγηδών.

Οι Φαλαγήδες αντιλαμβάνονταν από παράδοση την αξία διατήρησης και προβολής της παράδοσης όχι μόνο της ίδιας της οικογένειας, αλλά και της ιδιαίτερης πατρίδας τους Σκύρου και του Ελληνισμού γενικότερα».

Οι ιδεολογικοί μου προσανατολισμοί

«Η ιστορία του Μουσείου είναι συνυφασμένη με τις ιδεολογικές, πολιτικο-κοινωνικές και πνευματικές μου αναζητήσεις. Ήθελα να δημιουργήσω μια αληθινά ριζική και ουσιαστική πολιτιστική επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα και έβλεπα τα Μουσεία αυτής της μορφής σαν κατάλληλα κέντρα και φορείς για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού. Στόχος, που τουλάχιστον στη περίπτωση της Σκύρου, έχει γνωρίσει αποτελέσματα».

Οι εθελοντές του Μουσείου και η έξαρση της Ελληνικότητας

«Γύρω από το Μουσείο αναπτύχθηκε, εξ αρχής, ένα ολόκληρο κίνημα εθελοντισμού και φιλίας που συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάπτυξη των πολλαπλών προγραμμάτων του.

Ήτανε, κύρια, φοιτητές διαφόρων ειδικοτήτων, αλλά συμμετείχαν και άλλοι ακόμα, πολύ πιο μεγάλοι στα χρόνια, που είχαν υιοθετήσει ολόψυχα τους σκοπούς και τα όνειρα για την πνευματική και αισθητική αναγέννηση του Ελληνισμού.
Αγώνας, στον οποίο είχε αποδυθεί το Μουσείο.

Τότε, φορούσαμε όλοι χιτώνες στις επίσημες εκδηλώσεις που κάναμε, γεγονός που εντυπωσίαζε κυριολεκτικά Έλληνες και ξένους, που είχαν οποιαδήποτε σχέση μαζί μας. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο:

Μπαίναμε στη φάση για μια καθολική πνευματική, ιδεολογική και αισθητική αναγέννηση. Δεν θ' αφήναμε τον Ελληνικό πολιτισμό να τον καταστρέψει η Πανευρώπη.

Οι χιτωνοφόροι μας, καθώς κυκλοφορούσαν, όχι μόνο τα καλοκαίρια στη Σκύρο, αλλά επίσης στους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες των Αθηνών, σκορπούσαν αυθόρμητα τούτο το μήνυμα: Έκαναν φανερό στο λαό μας ότι έπρεπε να παραμείνει πιστός στην εθνική μας παράδοση και να νοιώθει περηφάνεια για ό,τι Ελληνικό.

Η δράση τούτη είχε πολύ μεγάλη απήχηση. Κι όπως συμβαίνει σε κάθε τέτοια περίπτωση, το μήνυμα της Ελληνικότητας ξαπλώνονταν παίρνοντας γεωμετρικές διαστάσεις, που έφεραν οπωσδήποτε, μια αισθητή αλλαγή.

Οι Έλληνες, άρχισαν να ξανακάνουν τις εκτιμήσεις τους μεταξύ του παραδοσιακού μας πολιτισμού και της ασυναρτησίας, που προωθούσαν τα όργανα της Πανευρώπης, προάγγελου της σημερινής φρικαλέας Παγκοσμιοποίησης.

Ένοιωθα, όχι μόνο ικανοποίηση από τούτη την αρχόμενη αλλαγή, αλλά και αισιοδοξία, γιατί έβλεπα πως οι αγώνες ποτέ δεν πηγαίνουν χαμένοι και φέρνουν αποτελέσματα.

Οι εθελοντές είχαν αναλάβει ένα σημαντικότατο μέρος της λειτουργίας ολόκληρου του Μουσείου. Η συμβολή τους, επίσης, υπήρξε καθοριστική στην οργάνωση του καλλιτεχνικού εργαστήριου, που είχαμε ιδρύσει το 1978.

Πάνω σ' αυτούς τους εθελοντές στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά το Φεστιβάλ Σκύρου-της Βιγλατορίας του Παλαιόπυργου, (1993-2003), που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια και άνοιξε καινούριους δρόμους στη θεματολογία και τη σκηνοθεσία των έργων, έχοντας σαν κέντρο δράσης το ωραίο μας υπαίθριο θέατρο».

Το Μουσείο δεν είναι μια λειψανοθήκη

«Το θεωρητικό πλαίσιο που θα κινιόταν το Μουσείο μου, μ απασχολούσε πριν ακόμα γίνουνε τα εγκαίνια. Δεν το έβλεπα ποτέ σα μια λειψανοθήκη, όπως συνέβαινε τουλάχιστο τότε με όλα τα Μουσεία της χώρας. Εννοούσα να γίνουνε κέντρα ζωής και πολιτιστικής δράσης. Γι αυτό, άρχισα μια σειρά από δραστηριότητες που κράτησαν χρόνια, και εξακολουθούν και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, ανοίγοντας πάντοτε δρόμους για μίμηση και στα άλλα Μουσεία.

Η ιδεολογική μου προσανατόλιση, έβλεπε τα Μουσεία αυτά, να αποτελούνε τον ζωντανό πυρήνα κάθε περιοχής για πολυεδρική και πολύπλευρη δράση. Μ αυτή την οπτική λειτούργησε το Μουσείο απ την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε και συνεχίστηκε η ίδια πορεία μέχρι τα τώρα».

Το Μουσείο αποτελεί την κατάληξη μιας μακρόχρονης πορείας εθνικών αγώνων του δημιουργού του Μάνου Φαλτάϊτς, που έβλεπε ως μέσον διάσωσης της παραδοσιακής μας κληρονομιάς και πνευματικά κέντρα ζωής και καλλιτεχνικής δημιουργίας τα τοπικά νεοελληνικά μουσεία που είχε όραμα να δημιουργηθούν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Για το Μάνο Φαλτάϊτς μουσείο είναι ένα Κέντρο που ζυμώνονται διαρκώς οι ιδέες, καλλιεργούνται τα γράμματα και οι τέχνες, εκπαιδεύονται άτομα. Και το Κέντρο αυτό ακτινοβολεί προς τα έξω, ανάλογα με το δυναμισμό του, στέλνει μηνύματα, όχι μόνο στο τοπικό περιβάλλον, αλλά στον ευρύτερο εθνικό χώρο κι ακόμη παγκόσμια, αν έχει δύναμη.

Το Μουσείο είναι, ακριβολογικά και ορθολογικά ο χώρος των Μουσών, όπου όλες οι καλές τέχνες, οι επιστήμες και τα γράμματα αντιπροσωπεύονται μ' ένα χαρούμενο και δημιουργικό τρόπο.

Κάτω από την επίδραση της δράσης του Μουσείου Φαλτάϊτς έχει παρατηρηθεί άνοιγμα σε δημιουργική έκφραση και στα άλλα μουσεία της χώρας.

Μέσα στο πνεύμα αυτής της φιλοσοφίας οι νέοι που μετέχουν στις δράσεις έχουν την ευκαιρία, εκτός απ' τον εμπλουτισμό των γνώσεών τους, να αναπτύξουν ξεχωριστή δημιουργικότητα.

Έτσι, τα μουσεία λειτουργούν ως κέντρα ζωής.

Μέσα απ' αυτή τη δράση δένεται η παράδοση με τη δημιουργία.

Μέσα, ακόμη, μέσα από τους θησαυρούς του παρελθόντος που διαφυλάσσονται στα μουσεία, διασφαλίζεται η μνήμη και η πολιτιστική ιδιαιτερότητα των λαών.

Το ίδιο το αντικείμενο των μουσείων, ως κιβωτός του πολιτισμού, σε όλες τις εκφάνσεις του, είναι το απαραίτητο υπόβαθρο που θα στηρίξει τη δράση των ανθρώπων για το μέλλον.

Επικοινωνία

Newsletter